Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Δύο συναντήσεις του Μίκη Θεοδωράκη με τον Βασίλη Τσιτσάνη


Από το βιβλίο με το προσωπικό αρχείο του φωτογράφου Τάκη Πανανίδη, «Αυτόπτης φωτομάρτυρας στην οδό ονείρων» Ο σπουδαίος φωτογράφος Τάκης Πανανίδης περιγράφει με τον ιδιαίτερο τρόπο του τη στιγμή που γνώρισε τον κορυφαίο συνθέτη.

«Τον Βασίλη Τσιτσάνη τον γνώρισα αρχές του ’60, κάτω από περίεργες συνθήκες στο λογιστήριο της Columbia. Στεκόταν στη σειρά, πίσω από άλλους καλλιτέχνες, τον Κολοκοτρώνη, τον Δαλέζιο και την Γκρέι, που περίμεναν με τα κίτρινα χαρτάκια στο χέρι για να πληρωθούν για τις ηχογραφήσεις. Και συνεχίζει: «Ήμουν με τον Μίκη και πηγαίναμε στον κύριο Τάκη Βήτα (γενικό διευθυντή της Columbia). Μόλις είδε ο Μίκης τον Τσιτσάνη τον ρώτησε τι περιμένει. Όταν του εξήγησε ότι περίμενε να να πληρωθεί, ο Θεοδωράκης έγινε έξαλλος και ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος: – Εσύ περιμένεις στην ουρά για να πληρωθείς; – Ε, για να μη στεναχωρεθεί ο κύριος Τάκης, λέει ο Τσιτσάνης. Ο Μίκης μπαίνει μέσα στο γραφείο του κ. Τάκη και μπροστά στους άλλους φωνάζει: – Είναι απαράδεκτο και ντροπή. Έχετε τον Τσιτσάνη στην ουρά για να πληρωθεί! Αντί να του στέλνετε τα χρήματα του στο σπίτι, σε φάκελο με ειδικό άνθρωπο! Ο κ. Τάκης του απαντάει: – Ηρέμησε Μίκη και μη μας χαλάς το σύστημα! Ο Μίκης βγήκε έξω, πήρε το χαρτί από τα χέρια του Τσιτσάνη, πήγε μπροστά στο ταμείο, εισέπραξε τα «φράγκα» και του είπε: – Πάμε να φύγουμε από εδώ! Κατεβήκαμε οι τρεις μας, στη Σταδίου και πήγαμε 50 μέτρα πιο πάνω στο ουζερί της «Σανταρόζα» και πλακωθήκαμε στα ούζα....

πηγή



Αγαπητέ Βασίλη Τσιτσάνη,
φίλοι και φίλες,

Σήμερα, ο λαός και πάλι σπάει την παράδοση. Νομίζω ότι για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός τιμάει έναν μεγάλο όσο είναι ακόμα ζωντανός. Ο Βασίλης Τσιτσάνης σφραγίζει με το έργο του βαθιά και τελειωτικά την εποχή μας.
(...)
Ξέρουμε ότι έπρεπε να έρθει ο Σεφέρης και ο Ελύτης για να ανακαλυφθεί ο Θεόφιλος. Όμως, στην περίπτωση του Βαμβακάρη, του Παπαϊωάννου, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Χιώτη, του Μπιθικώτση, και προπαντός του Βασίλη Τσιτσάση, ο λαός μας δεν είχε ανάγκη από μεσάζοντες για να τους ανακαλύψει, γιατί απλούστατα ο λαός μας τους ζούσε εντατικά, κάθε στιγμή.
(...)
Πώς έγινε αυτό το θαύμα και αυτό το παιδί από τα Τρίκαλα που έφηβος ξενιτεύτηκε στη Θεσσαλονίκη να μετουσιώσει μέσα στη ψυχή και στο μυαλό του όλη την πεμπτουσία της μουσικής μας παράδοσης και να μας τη ξαναδώσει σε νέες, απλές και τέλειες μουσικές φόρμες. Πόσες δεκάδες χιλιάδες τραγούδια, ελαφρά, ελαφρολαϊκά, Τούρκικα, Ινδικά, καψούρικα και βλαχουδιστικά, κουλτουριάρικα και μιξολυρικά, πόσα και πόσα δεν γράφτηκαν μετά τη Συννεφιασμένη Κυριακή. Ποιος τα θυμάται; Ανάμεσα σε δυο βράχια, σε δυο πλατάνια – έτσι είναι, τι να γίνει Βασίλη - θα φυτρώσουν και χορταράκια, και μολώχες, και τσουκνίδες. Όλα είναι καλά και άγια στη φύση. Μονάχα βέβαια, όταν αρχίσουν οι μολώχες να κάνουν δηλώσεις και ο κόσμος να τους παίρνει για πλατάνια...καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Να όμως που εμείς, μια ολόκληρη γενιά, μουσικοί και ποιητές, σε αναγνωρίσαμε και σε αναγνωρίζουμε για δάσκαλό μας. Ακολουθήσαμε, με τις δικές μας δυνάμεις, τον δρόμο που εσύ και οι σύντροφοί σου πρώτοι χαράξατε, και σήμερα σε καλέσαμε σ’ αυτό τον κόκκινο βράχο για να σε τιμήσουμε με όλη μας την καρδιά για όσα μας έδωσες.
(...)

Απόσπασμα από ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη για τον Βασίλη Τσιτσάνη, Αύγουστος 1983, Κόκκινος Βράχος, Νίκαια.
-----

Στη συνέχεια του βίντεο, ο Τσιτσάνης και ο Θεοδωράκης τραγουδούν μαζί το τραγούδι «Κάποια μάνα αναστενάζει», του Μπάμπη Μπακάλη. Όταν ο Μπακάλης πέθανε πρόπερσι, κάποιοι άσχετοι έγραφαν για τον Μπακάλη σαν έναν συνθέτη του σωρού που έγραφε ανατολίτικα... κούνια που τους κούναγε! Προσέξτε την τελευταία στροφή, όπου ο Θεοδωράκης ενθαρρύνει τον Τσιτσάνη και τραγουδούν το αρχικό «απ’ τη μαύρη Ικαριά» αντί για το λογοκριμένο «απ’ τη μαύρη ξενιτιά». Η Ικαριά ήταν βλέπετε τόπος εξορίας των κομμουνιστών, και η λογοκρισία το σωτήριον έτος 1947 δεν ήθελε να ακούγονται τέτοιες κακές λέξεις. Και μετά έφυγε η λογοκρισία, και μαζί της έφυγαν και οι Ικαρίες από το τραγούδι μας (λες και λίγες εξορίες ζει ο καθένας μας σήμερα...), και μείναμε με τη μοναξιά (μου όλα, τίποτα κλπ).
ηρ.οικ.

Καποια μάνα αναστενάζει

Κάποια μάνα αναστενάζει
μέρα νύχτα ανησυχεί
το παιδί της περιμένει
που έχει χρόνια να το ’δει

Μεσα στην απελπισιά της
κάποιος την πληροφορεί
ότι ζει το παλληκάρι
και όπωσδήποτε θα ’ρθει

Με υπομονή προσμένει
και λαχτάρα στην καρδιά
ο λεβέντης να γυρίσει
απ’ τη μαύρη Ικαριά

πηγή

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου