Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024
στάχτη το παλάτι του θα σκορπιστεί του ανέμου!
το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας
και διάβη στο θερμό λουτρό, το μέγα του κορμί να πλύνει.
Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη
μπήξαν φωνή, γιατί η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν
και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες·
και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό, κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες στο κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν·
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.
Γλύκανε πια, κι απάλαφρα, σουρτά, μ’ ευωδιασμένο λάδι
το αρμυροτάγαρο άλειψε κορμί και τα μακριά μαλλιά του·
κι ήρθεν η νιότη κι ανθοβόλησε τη χειμασμένη σάρκα.
Κι απά στα χρουσοκέφαλα καρφιά, στο μυρωδάτον ίσκιο,
αράδα τα σκουτιά που του ’φανε το αγνό του ταίρι αστράφταν,
με ξόμπλια τρεχαντήρες και θεούς και βιαστικούς ανέμους·
τη λιοψημένη χέρα του άπλωσε κι αγάλια ξεδιαλέγει
το πιο φλογάτο, κι απλωτά το αναπετάριξε στον ώμο·
κι αχνίζοντας, το μάνταλο τραβάει και δρασκελάει τη θύρα.
Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλαρίσαν
τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του·
κι η Πηνελόπη, που άλαλη, χλωμή στο θρόνο προσδοκούσε,
γυρνάει να δει, και παραλυούν τα γόνατά της απ’ τον τρόμο:
«Δεν είναι τούτος που λαχτάριζα χρόνια και χρόνια, Θε μου!
δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο ν’ αντροπατάει το σπίτι!»
Ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος τη σκοτεινή τρομάρα
της έρμης γυναικός, κι αργά μιλάει στο φουντωμένο σπλάχνο:
«Καρδιά μου, ετούτη που σκυφτή καιρούς σε ακαρτεράει ν’ ανοίξεις
τα κλειδωμένα γόνα και μαζί το θρήνο να χαρείτε,
είναι η γυναίκα που λαχτάριζες παλεύοντας τα πέλαα
και τους θεούς και βαθιές φωνές του αθάνατου μυαλού σου!»
Είπε, μα δεν τινάχτηκε η καρδιά στο αντραλεμένο στήθος.
Άχνιζε ακόμα μες στ’ αρθούνια του της νιοσφαγής ο χόχλος,
κι ακόμα τη γυναίκα του βιγλάει στα νέα κορμιά μπλεγμένη,
και θόλωνε, ως την κόχευε, το αψό, γοργό του μάτι· λίγο
στο μάλε βράσε της σφαγής και τη διαπέρναε το σπαθί του.
Γοργά περνάει και στάθη αλάλητος στο μέγα του κατώφλι·
ο λάβρος ήλιος πια βασίλευε, και γιόμωναν τρογύρα
τα δοξωτά κελάρια κι οι γωνιές ροδογαλάζους ίσκιους.
Στη μέση ο μαύρος κάπνιζε βωμός της Αθηνάς χορτάτος,
και στις μακριές στοές καμπάνιζαν, χλωμές, ξεγλωσσισμένες,
αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες.
Γαλήνια πια τα μάτια του τηρούν την αστρομάτα νύχτα
να κατεβαίνει απ’ τα βουνά με τα σγουρόμαλλα κοπάδια·
σαν όνειρο αχνοκαταστάλαξε στα σπλάχνα του κι αρνεύει
το φονικό του μεροκάματο κι ο βρούχος της σαγίτας·
κι η τίγρισσα αναγλείφουνταν καρδιά στα σκοτεινά, χορτάτη.
Μες στην απόλουτρη χαρά γαλήνευαν τα φρένα, κι ούτε
τηρούσαν πίσω τους τα γαίματα μήτε αναδεύα ακόμα
στις δολερές ανεγυρίδες τους πώς να γλιτώσουν πάλε
το φοβερό κεφάλι απ’ τους τρανούς κινδύνους που το ζώναν·
άμαχα φραίνουντα ο πολύπαθος την άγια ετούτην ώρα
που ανέγνοιος, νιολουσμένος στέκουνταν στο πατρικό κατώφλι.
Μα ωστόσο απλώνεται μες στις αυλές το νιόλουβο μαντάτο
πως ήρθε ο αφέντης, πάτησε χωστά στο γονικό του χώμα
και σαν ταυριά κατέσφαξε τους νιους αράδα στα τραπέζια.
Των νιοσφαμένων οι γονιοί σκυφτοί στις ράβδες τους σκληρίζουν,
πορτί πορτί τη χώρα κουρταλούν, τα πλήθη ανεμαζώνουν·
οι χερομάχοι απολυτάριξαν στη γης τα σύνεργά τους,
σφαλνού οι τεχνίτες τ’ αργαστήρια τους, και κλωθανηφορίζουν
απ’ του γιαλού τα καπελειά τρεκλίζοντας οι λαμνοκόποι.
Με βουή στην αγορά τσαμπιά τσαμπιά σμαριάζουν, ως μελίσσια
που δουν ζωνόσβουρο μες στο φρασκί να μελοδιαγουμίζει.
Μια χήρα αντρούς που σε άγρια ακρόγιαλα για την Ελένη εχάθη,
τ’ αχάδευτα βραχιόνια ανάσκωσε, τ’αντρολαχταρισμένα:
«Καλώς τον ποδεχτήκαμε, παιδιά, το γαύρο μακελάρη!
Κρατά μας χάρες ντάργα και σπαθί και τρία γυαλιά φαρμάκι·
το ένα να πίνουμε την ταχινή και το άλλο με το γιόμα,
το τρίτο, Θε μου, το πικρότερο, σαν πέφτουμε στην κλίνη.»
Σούρνουν φωνή κι από τα δώματα ξεσμηλιωθήκα οι χήρες·
δέρνουν σφιχτά τις μαύρες μπόλιες τους, βαριά κορφοχτυπιούνται:
«Ανάθεμά τον που μας έκαψε στον πρωταφράτο ανθό μας!
Τα τίμια σπίτια μας ερήμαξαν κι οι κλίνες αραχνιάσαν
για το χατίρι μιας ξετσίπωτης αντρομαυλίστρας κούρβας!»
Καταχτυπούν τα στέρφα στήθια τους που δίχως γιο ψυγήκαν,
και μια την πήρε το παράπονο, κινάει το μοιρολόι:
«Δεν το’ χω πως μου πέθανε ο καλός και χήρεψε η αγκαλιά μου,
μόν’ το ’χω που τα στήθια μου έγειραν κι οι ρώγες μαραθήκαν
χωρίς να βγάλουν γάλα κι ένας γιος να τα γλυκοδαγκάσει!»
Αναφουντώσαν οι παλιές κρουφές λαβωματιές στα σπλάχνα,
τα μάτια θόλωσαν, σκοτείνιασε το ανάριο φως του γήλιου,
κι από πικρούς ανέλπιδους γιαλούς αρμένισαν, καβάλα
σε μαύρα νέφαλα πλεούμενα, σκιανοί ξενιτεμένοι.
Διανεύαν στο έρμο δειλινό βουβοί, περιπλεμένοι αράχνες,
και τοίχο τοίχο εσέρπαν βιαστικοί, πόρτα την πόρτα εμπαίναν.
Ποιος τον πατέρα του άγγιζε αλαφριά, κι ανατριχιούσε ο γέρος,
και ποιος τις σκόρπιες πέτρες ίσκιωνε του μαύρου ρημαδιού του·
κι άλλος τον κόρφο της γυναίκας του, το μηλομαραμένο.
Κι οι χαδεμένες ράχες έτρεμαν, τα γόνα ακρολυγούσαν,
άντρες νεκρούς ο αγέρας πήχτρωσε, κι οι χήρες πλανταμένες
τις αδειανές σφαλνούσαν αγκάλες τους και γλυκοξεφωνίζαν.
Κουλός, που του ’φαγαν τα χέρια του τ’ ακρόγιαλα της Τροίας,
πέτρα σκαρφάλωσε, και γύρα του σφιχτομονηταρίζουν
κουλοί, τυφλοί, σκεβροί, σακάτηδες του αντροφαγά πολέμου:
«Συντρόφοι» μούγκρισε τινάζοντας τα κουτσοξέραβδά του
«ο αφέντης έφτασε, έφερε άβλαβο κι ακέριο το κορμί του —
τα μάτια του τα δυο, τα χέρια του, τα πόδια, το μυαλό του·
κι εμείς, μπουσουλωτά ζωντόβολα, το χώμα χώμα πάμε,
χωρίς παλάμες παλαμίζουμε, χωρίς κανιά πηδούμε,
και κουρταλούμε με αδειανούς βορβούς τ’ αρχοντικά κονάκια!»
Κόπη η φωνή και χώθη η κεφαλή στο κούφιο μονοπλάτι·
χουγιάζουν οι συντρόφοι, τον αρπούν πνιχτά στην αγκαλιά τους,
κι οι χήρες ποδιαντράπηκαν, χιμούν ξεσκέπαστες στους δρόμους,
αρπούν δαδιά, σκορπίζουν στα στενά και συδαυλούν τους άντρες:
«Μωρέ, χαρά στ’ αντροπαλίκαρα που κλαψοσαλιαρίζουν!
Πάρτε τη ρόκα και τον άδραχτο, μαυρομαντιλωθείτε,
κι άιντε φωτιά! Σηκώστε τα δαδιά, κι απάνω του, γυναίκες·
απόψε στάχτη το παλάτι του θα σκορπιστεί του ανέμου!»
και διάβη στο θερμό λουτρό, το μέγα του κορμί να πλύνει.
Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη
μπήξαν φωνή, γιατί η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν
και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες·
και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό, κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες στο κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν·
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.
Γλύκανε πια, κι απάλαφρα, σουρτά, μ’ ευωδιασμένο λάδι
το αρμυροτάγαρο άλειψε κορμί και τα μακριά μαλλιά του·
κι ήρθεν η νιότη κι ανθοβόλησε τη χειμασμένη σάρκα.
Κι απά στα χρουσοκέφαλα καρφιά, στο μυρωδάτον ίσκιο,
αράδα τα σκουτιά που του ’φανε το αγνό του ταίρι αστράφταν,
με ξόμπλια τρεχαντήρες και θεούς και βιαστικούς ανέμους·
τη λιοψημένη χέρα του άπλωσε κι αγάλια ξεδιαλέγει
το πιο φλογάτο, κι απλωτά το αναπετάριξε στον ώμο·
κι αχνίζοντας, το μάνταλο τραβάει και δρασκελάει τη θύρα.
Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλαρίσαν
τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του·
κι η Πηνελόπη, που άλαλη, χλωμή στο θρόνο προσδοκούσε,
γυρνάει να δει, και παραλυούν τα γόνατά της απ’ τον τρόμο:
«Δεν είναι τούτος που λαχτάριζα χρόνια και χρόνια, Θε μου!
δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο ν’ αντροπατάει το σπίτι!»
Ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος τη σκοτεινή τρομάρα
της έρμης γυναικός, κι αργά μιλάει στο φουντωμένο σπλάχνο:
«Καρδιά μου, ετούτη που σκυφτή καιρούς σε ακαρτεράει ν’ ανοίξεις
τα κλειδωμένα γόνα και μαζί το θρήνο να χαρείτε,
είναι η γυναίκα που λαχτάριζες παλεύοντας τα πέλαα
και τους θεούς και βαθιές φωνές του αθάνατου μυαλού σου!»
Είπε, μα δεν τινάχτηκε η καρδιά στο αντραλεμένο στήθος.
Άχνιζε ακόμα μες στ’ αρθούνια του της νιοσφαγής ο χόχλος,
κι ακόμα τη γυναίκα του βιγλάει στα νέα κορμιά μπλεγμένη,
και θόλωνε, ως την κόχευε, το αψό, γοργό του μάτι· λίγο
στο μάλε βράσε της σφαγής και τη διαπέρναε το σπαθί του.
Γοργά περνάει και στάθη αλάλητος στο μέγα του κατώφλι·
ο λάβρος ήλιος πια βασίλευε, και γιόμωναν τρογύρα
τα δοξωτά κελάρια κι οι γωνιές ροδογαλάζους ίσκιους.
Στη μέση ο μαύρος κάπνιζε βωμός της Αθηνάς χορτάτος,
και στις μακριές στοές καμπάνιζαν, χλωμές, ξεγλωσσισμένες,
αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες.
Γαλήνια πια τα μάτια του τηρούν την αστρομάτα νύχτα
να κατεβαίνει απ’ τα βουνά με τα σγουρόμαλλα κοπάδια·
σαν όνειρο αχνοκαταστάλαξε στα σπλάχνα του κι αρνεύει
το φονικό του μεροκάματο κι ο βρούχος της σαγίτας·
κι η τίγρισσα αναγλείφουνταν καρδιά στα σκοτεινά, χορτάτη.
Μες στην απόλουτρη χαρά γαλήνευαν τα φρένα, κι ούτε
τηρούσαν πίσω τους τα γαίματα μήτε αναδεύα ακόμα
στις δολερές ανεγυρίδες τους πώς να γλιτώσουν πάλε
το φοβερό κεφάλι απ’ τους τρανούς κινδύνους που το ζώναν·
άμαχα φραίνουντα ο πολύπαθος την άγια ετούτην ώρα
που ανέγνοιος, νιολουσμένος στέκουνταν στο πατρικό κατώφλι.
Μα ωστόσο απλώνεται μες στις αυλές το νιόλουβο μαντάτο
πως ήρθε ο αφέντης, πάτησε χωστά στο γονικό του χώμα
και σαν ταυριά κατέσφαξε τους νιους αράδα στα τραπέζια.
Των νιοσφαμένων οι γονιοί σκυφτοί στις ράβδες τους σκληρίζουν,
πορτί πορτί τη χώρα κουρταλούν, τα πλήθη ανεμαζώνουν·
οι χερομάχοι απολυτάριξαν στη γης τα σύνεργά τους,
σφαλνού οι τεχνίτες τ’ αργαστήρια τους, και κλωθανηφορίζουν
απ’ του γιαλού τα καπελειά τρεκλίζοντας οι λαμνοκόποι.
Με βουή στην αγορά τσαμπιά τσαμπιά σμαριάζουν, ως μελίσσια
που δουν ζωνόσβουρο μες στο φρασκί να μελοδιαγουμίζει.
Μια χήρα αντρούς που σε άγρια ακρόγιαλα για την Ελένη εχάθη,
τ’ αχάδευτα βραχιόνια ανάσκωσε, τ’αντρολαχταρισμένα:
«Καλώς τον ποδεχτήκαμε, παιδιά, το γαύρο μακελάρη!
Κρατά μας χάρες ντάργα και σπαθί και τρία γυαλιά φαρμάκι·
το ένα να πίνουμε την ταχινή και το άλλο με το γιόμα,
το τρίτο, Θε μου, το πικρότερο, σαν πέφτουμε στην κλίνη.»
Σούρνουν φωνή κι από τα δώματα ξεσμηλιωθήκα οι χήρες·
δέρνουν σφιχτά τις μαύρες μπόλιες τους, βαριά κορφοχτυπιούνται:
«Ανάθεμά τον που μας έκαψε στον πρωταφράτο ανθό μας!
Τα τίμια σπίτια μας ερήμαξαν κι οι κλίνες αραχνιάσαν
για το χατίρι μιας ξετσίπωτης αντρομαυλίστρας κούρβας!»
Καταχτυπούν τα στέρφα στήθια τους που δίχως γιο ψυγήκαν,
και μια την πήρε το παράπονο, κινάει το μοιρολόι:
«Δεν το’ χω πως μου πέθανε ο καλός και χήρεψε η αγκαλιά μου,
μόν’ το ’χω που τα στήθια μου έγειραν κι οι ρώγες μαραθήκαν
χωρίς να βγάλουν γάλα κι ένας γιος να τα γλυκοδαγκάσει!»
Αναφουντώσαν οι παλιές κρουφές λαβωματιές στα σπλάχνα,
τα μάτια θόλωσαν, σκοτείνιασε το ανάριο φως του γήλιου,
κι από πικρούς ανέλπιδους γιαλούς αρμένισαν, καβάλα
σε μαύρα νέφαλα πλεούμενα, σκιανοί ξενιτεμένοι.
Διανεύαν στο έρμο δειλινό βουβοί, περιπλεμένοι αράχνες,
και τοίχο τοίχο εσέρπαν βιαστικοί, πόρτα την πόρτα εμπαίναν.
Ποιος τον πατέρα του άγγιζε αλαφριά, κι ανατριχιούσε ο γέρος,
και ποιος τις σκόρπιες πέτρες ίσκιωνε του μαύρου ρημαδιού του·
κι άλλος τον κόρφο της γυναίκας του, το μηλομαραμένο.
Κι οι χαδεμένες ράχες έτρεμαν, τα γόνα ακρολυγούσαν,
άντρες νεκρούς ο αγέρας πήχτρωσε, κι οι χήρες πλανταμένες
τις αδειανές σφαλνούσαν αγκάλες τους και γλυκοξεφωνίζαν.
Κουλός, που του ’φαγαν τα χέρια του τ’ ακρόγιαλα της Τροίας,
πέτρα σκαρφάλωσε, και γύρα του σφιχτομονηταρίζουν
κουλοί, τυφλοί, σκεβροί, σακάτηδες του αντροφαγά πολέμου:
«Συντρόφοι» μούγκρισε τινάζοντας τα κουτσοξέραβδά του
«ο αφέντης έφτασε, έφερε άβλαβο κι ακέριο το κορμί του —
τα μάτια του τα δυο, τα χέρια του, τα πόδια, το μυαλό του·
κι εμείς, μπουσουλωτά ζωντόβολα, το χώμα χώμα πάμε,
χωρίς παλάμες παλαμίζουμε, χωρίς κανιά πηδούμε,
και κουρταλούμε με αδειανούς βορβούς τ’ αρχοντικά κονάκια!»
Κόπη η φωνή και χώθη η κεφαλή στο κούφιο μονοπλάτι·
χουγιάζουν οι συντρόφοι, τον αρπούν πνιχτά στην αγκαλιά τους,
κι οι χήρες ποδιαντράπηκαν, χιμούν ξεσκέπαστες στους δρόμους,
αρπούν δαδιά, σκορπίζουν στα στενά και συδαυλούν τους άντρες:
«Μωρέ, χαρά στ’ αντροπαλίκαρα που κλαψοσαλιαρίζουν!
Πάρτε τη ρόκα και τον άδραχτο, μαυρομαντιλωθείτε,
κι άιντε φωτιά! Σηκώστε τα δαδιά, κι απάνω του, γυναίκες·
απόψε στάχτη το παλάτι του θα σκορπιστεί του ανέμου!»
(απόσπασμα από την "Οδύσσεια" του Νίκου Καζαντζάκη)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου