Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

Άμα δεν ήτανε διο­ρισμένος θα το ’κανε;


 

Εγώ με τη μαμά μου δεν τους ντρεπούμαστε ούτε μια καρφί­τσα. Μια κουβέρτα είπανε πως θα μας δώκουνε, κι ηπήγαμε στα παλαιά ανάκτορα κι ηγραφτήκαμε, και κάθε μέρα ηπήγαινε η μαμά μου επί έξι μήνες… κάθε μέρα ν’ ακούσει το όνομά μας… Τίποτα… Στο τέλος κοντέψαμε να χάσωμε και το βιβλιάριο.

Αμέσως όμως άρχισα κι ηδούλευα εγώ, κι ησιάξαμε μια παράγκα στην Τροχιοδρόμων που πήγαινες ίσια για τη Βαγ­γελίστρα, οδός Βενιζέλου, και κάτσαμε. Ύστερα ηπήραμε ένα οικόπεδο με τα λεπτά που ηδούλευα -με δόσεις- απ’ τα οικόπε­δα του Χριστοδούλου, κι ηδουλεύαμε όλη τη βδομάδα και κάθε Κυριακή ηβγάζαμε τα κουρελάκια μας έξω και χτίζαμε μισό-μισό ντουβάρι, και πάλι τα κουρελάκια μας μέσα.

Κοιμούμαστε μέσα στις λάσπες, αλλά δεν παραπονιούμαστε, γιατί είχαμε γλυτώσει τη σφαγή. Μας έφτανε που ’μασταν ζωντανές… Άλλοι δεν ήρθανε καθόλου κι άλλοι είχανε μείνει πίσω. Τι να κάναμε… Αυτή την τυραννία ητραβήξαμε κι ηπηγαίναμε απ’ το Φάληρο άμα νύχτωνε και κλέβαμε άμμο με σακούλια -αλευροσάκουλα γιατί απαγορευόντανε να πάρεις άμμο. Γινήκαμε εδώ πέρα κι εμείς κλέφτες, όπως όλοι… Είναι κολλητικό φαίνεται…

Αμ την αποζημίωση; Εκεί να δεις απάτη… Σου λέω… δεν ντρεπόμαστε το κράτος ούτε μία καρφίτσα… Αποζημίωση μας δώκανε αυτά τα λίγα πού μας δώκανε, και τα πήραμε ένα χιλιάρικο την ομολογία, και ήτανε απ’ έξω οι αγοραστές, οι ίδιοι δηλαδή -μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννης πίνει- και μας τσι παίρνανε ένα πεντακοσάρικο τη μια. Από έξω μέχρι μέσα χάναμε τα μισά… Κι ο κόσμος είχε ανάγκη και τσι χάλα­γε αμέσως. Τι να κάνει…

Είδαμε και πάθαμε να το τελειώσομε το σπιτάκι, ύστερα που κάτσαμε. Δεν ήτανε μόνο οι δυσκολίες, αλλά μας τσαντί­ζανε άσχημα οι ντόπιοι, πού περνούσαμε δίπλα τως φορτωμέ­νες. Καθούντουστε απ’ έξω στο δρόμο στολισμένοι και καμα­ρώνανε, και δουλειά τίποτα…

Τα πιο πολλά σπίτια ήτανε ασουβάντιστα… καταστρεμμέ­να… ρημαγμένα… Σπασμένα τζάμια… είχανε τεντωμένα πανιά με πινέζες… Είχανε τα πιο πολλά σπίτια απ’ όξω μεγάλες πέτρες για καρέκλες. Τεμπελχανάδες ήτανε. Κι εσύ που ηδούλευες τους έμπαινες καρφί στο μάτι. Δεν μας χωνεύανε, γιατί ξέρανε πως είμαστε όλοι βενιζελικοί. Και να μην ήσουνα σ’ επαιρνε το ποτάμι.

Προτού να μας φέρουνε ακόμα, τα ’χανε κανονίσει ποιοι θα πάνε να κάτσουνε στην Κοκκινιά, ποιοι θα πάνε στη Νέα Σμύρνη και ποιοι θα πάνε στη Δραπετσώνα. Δεν ημποροΰσες να ζήσεις αλλού από εκεί που σε προορίζανε. Σε τυραννούσανε… Όλοι πέφτανε απάνω σου… τα λεφτά σου δεν ηπερνούσανε. Υποφέρναμε πολύ… δεν τους πιάναμε κακία… Φτωχοί άνθρωποι ήτανε. Στο ίδιο καζάνι βράζαμε, αλλά δεν το κατα­λαβαίνανε. Τους είχανε κάνει τόση προπαγάνδα, τους είχανε μπουγαδιάσει τόσο πολύ το νου, σα να τους είχανε μαστουρώσει, και μας βλέπανε σαν τους οχτρούς. Μας υποστήριζε, βλέπεις εμάς ο Πλαστήρας, κι αυτοί δεν τον ηχωνεύανε. Θέλανε να μας αφήσει στην Τουρκιά να μας σφάξει…

Και δεν ηφτάνανε τα τόσα βάσανά μας… Ανήμερα του Ευαγγελισμού το εικοσιτρίω, ηγύρισε το ημερολόγιο το παλιό με το νέο. Και τι φταίγαμε οι πρόσφυγες γι’ αυτό; Τίποτα… μας βλαστημάγανε… Βλαστημάγανε και τον Πλαστήρα, αιτία ηγυρεύανε… μας φράγκεψε ο μαύρος καβαλάρης -λέγανε- που να μαυρίσουνε τα κρεάτά του… και δώσ’ του πάλι μίσος και κακία… Τώρα μας κυνηγούσανε κι οι παπάδες… Άστα… Ό,τι και να γινούντανε στον κόσμο, εμείς οι αθώοι την πληρώναμε… οι πρόσφυγες ηβρίσκαμε το μπελά μας…

Κάναμε την παράγκα μόνοι μας. Ήτανε ένας ο καημένος μπαρμπα-Αντώνης -ήτανε απ’ την Καισάρεια- κι εκείνος μας την έκανε. Τόνε πληρώσαμε. Και πήρε η μάνα μου τα ξύλα και κάνα­με την παράγκα. Μια παράγκα τέσσερα επί τέσσερα. Εκειδά μαγειρεύαμε, εκειδά ηκοιμούμαστε, εκειδά πλέναμε, εκειδά όλα…

Ήτανε ένα ποτοποιείο και πήγαμε κι ηβρήκαμε το νοικο­κύρη και τον ηρωτήσαμε, κι ήτανε καλός άνθρωπος. «Κάντε την παραγκίτσα -μάς λέει- και μη φοβούσαστε… δεν θα σας μιλήσει κανείς… Δίκιά μου είναι η μάντρα».

Κι ακουμπήσαμε στη μάντρα του ποτοποιείου. Θα ’ναι αυτό το εργοστάσιο βέβαια… μεγάλο εργοστάσιο… η φάτσα του ήτανε από μπροστά που πέρναε το τραμ. Στο πλάι του ήτανε που κάναμε εμείς την παράγκα. Κι ύστερα ήφυγε η διπλανή μας -ήφευγε για την Κόρινθο- και την αγοράσαμε εμείς, κι ανοίξαμε ένα σανίδι και κάναμε πόρτα και μπαινοβγαίναμε, κι είχαμε δύο παράγκες. Κι ύστερα πήραμε το οικόπεδο, το πήρα με πενήντα δραχμές τον πήχυ. Ήταν διακόσιες εικοσιπέντε πήχες, αλλά δεν είχε πρασιά. Όλο φάτσα ήτανε. Ήτανε η γέφυρα η πρώτη, όπως πας για τσι Τζιτζιφιές. Όχι μπροστά στο ποτάμι… το πίσω μέρος… ακόμα προς τα πάνω να πούμε όπως περνάς. Οδός Φιλελλήνων ήτανε, αριθμός τριαντατρία. Γλυκά νερά ήτανε η σύσταση. Νέο Φάληρο.

Πάει μια μέρα η μαμά μου ν’ αγοράσει μια σκούπα και τηνε βλέπω κι έρχεται καταστεναχωρημένη. Σαβούρντισε τη σκούπα, κι ήκατσε σαν το άδειο σακούλι πάνω στο γιούκο.

–  Μανούλα μου… Τι έπαθες; Τση λέω και μπήγω τσι φωνές.

Έπεσα στα γόνατά της, την αγκάλιασα, τήνε χάιδευα, ζάφτι δεν μ’ έκανε…

–  Γιατί είσαι έτσι; Τι άκουσες; Άσχημα νέα; οι δικοί μας;

–  Όχι… όχι… Δεν είναι χαμός… Άλλο είναι… Τώρα που ηπήγα για τη σκούπα, είχε πεντέξι και διάλεγα. Έρχεται η μπακάλισσα αγριεμένη σαν να της είχα σκοτώσει τον πατέρα, μου αρπάει τη σκούπα απ’ τα χέρια, και με ρωτάει άγρια:

–  Τι θες;

Ηφοβήθηκα… Έκανε σα θηρίο που είναι βρεγμένο το κεφάλι του και το τινάζει για να φύγουνε τα νερά. Τα σάλια της πετάχτηκαν στα μούτρα μου.

–  Μια σκουπίτσα… είπα.

Σήκωσε τη σκούπα να μου τη φέρει στο κεφάλι.

–  Σε ξαναρωτάω, είπε. Τι θες;

–  Μια σκούπα θέλω χριστιανή μου… Τι κάνεις έτσι; Νομί­ζεις πως δε θα στην πλερώσω; Να… έχω λεπτά… πόσα θες;

–  Αν δε μου τήνε ζητήσεις μωρή τούρκικα, να φύγεις από δω. Δεν έχει σκούπα… Παλιοτουρκάλα…

–  Παλιοτουρκάλα εγώ; Τούρκικα εγώ;

–  Ναι, εσύ… μου ’πε.

–  Δεν ξέρω, τση λέω. Δεν μιλούσαμε εμείς τούρκικα στη Σμύρνη. Οι Τούρκοι μιλούσανε ελληνικά και συνεννογιόμασταν. Εγώ είμαι Σμυρνιά.

–  Τον κακό σου τον καιρό, είμαι Σμυρνιά. Κοκκόνα πουτανο-Σμυρνιά είσαι… Όχι σκέτο Σμυρνιά… Κι αφού είσαι Σμυρνιά μωρή, τί παριστάνεις τη δίκιά μας τη ντόπια; «Θέλω μια σκούπα»… και κορόιδευε τη φωνή μου. Οι πρόσφυγες μωρή, ξέρεις πώς τήνε ζητάνε οι πρόσφυΓΓΕΣ τη σκούπα;

Να δεις πώς ήλεγε το «πρόσφυΓΓΕΣ»… σα μαχαιριά μού το κάρφωνε… Σαν να ’θελε να με πει σφήγκα…

…«Φροκαλιά» μου φώναξε μες στα μούτρα. Κι ήβγαζε αφρούς απ’ το στόμα.Τι θα γίνομε; Τι θα γίνομε με τόση κακία εδώ; Φύγαμε απ’ τη Σμύρνη να μη μας σφάξουνε οι Τούρκοι, κι ηγλυτώσαμε κι ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μες στην καρδιά τσ’ Ελλάδας, να μας πεθάνουνε.

Βλέπεις εδώ τώρα μάθαμε και το διχασμό που δεν τον ξέρα­με. Ακόμα και οι ίδιοι οι ντόπιοι σιχαίνουνται ο ένας τον αλλονε. Δε βλέπεις που οι περισσότεροι σκοτωμοί γίνουνται από ανθρώπους τση φαμέλιας τους; Δε βλέπεις που σκοτώνει ο αδρεφός τον αδρεφό; Ο γιος το μπαμπά κι ο μπαμπάς το γιο; Δε βλέπεις που στσι κηδείες τους βάζουνε τα πιο καλά τους ρούχα που έχουνε και κρεμνάνε απάνω τους όλα τα χρυ­σαφικά, και πάνε μπροστά οι μεγάλες οι μπουκάλες για να πιούνε στην κηδεία τα μαύρα κρασιά; Λες και πάνε σε κανέ­να γάμο η σε χαρά; Δεν είδες που ο φτωχός εδώ έχει μίσος με τον πλούσιο, κι ο πλούσιος με το φτωχό; Όλοι αυτοί γινήκανε τώρα το ένα και πέσανε απάνω μας. Αυτοί είναι οι διχα­σμοί. Οι βενιζελικοί να μη χωνεύουνε τους άλλους γιατί είναι βασιλικοί, κι οι βασιλικοί να μη χωνεύουνε τους άλλους μισούς, γιατί είναι βενιζελικοί. Και πού θα πάει αυτό το πράμα; Αυτό δεν έπρεπε να το λένε διχασμό… αυτό ’ναι τρέλα… αρρώστια μεγάλη… είναι χτικιό… σκέτη κατάρα…

Σκέψου τι μίσος είχανε βρε Γιώργο οι βασιλικοί στους πρόσφυγες, που τα πήγανε τα παιδάκια να τους βάλουνε κολλύριο στα ματάκια τους, και τα στράβωσε ο γιατρός…

Είχανε γιατρό για να βλέπει τα παιδάκια. Κι αντί για κολλύριο καφεδί – χάλασε ο κόσμος τότε. Ξεσηκώθηκε η προσφυ­γιά. Λέγανε πως επίτηδες το ’κανε. Λέγανε το ιώδιο έχει άλλο χρώμα. Στραβός ήτανε; Κι άμα ήτανε στραβός, τί τόνε βάλα­νε να γιατρεύει τα παιδάκια; Τους έβαλε ιώδιο και στράβωσε εκατό παιδιά σε μια μέρα… Εκατό εκριβώς…

Τότε στραβώσανε και τα δυο αδέλφια τούς μουσικούς και την Ευαγγελία του Σασλόγλου. Αυτουνοϋ την ανιψιά, του Μιχάλη του Σταμνά. Από τότε είναι.

Στα προσφυγάκια στη Δραπετσώνα γινήκανε τα λάθη και τα στραβώσανε τα παιδάκια; Φώωωναζε ο κόσμος… Κι άμα δεν ήτανε επίτηδες -λέγανε- να στραβώσει τα προσφυγάκια, γιατί δε στραβώσανε -να πούμε- άλλου παιδιά; Σ’ άλλη συνοι­κία; Στη Δραπετσώνα; Στα προσφυγάκια έγινε το λάθος; Στα κατατρεγμένα τα κλωναράκια τα φτωχά; Άμα δεν ήτανε διο­ρισμένος θα το ’κανε;

(απόσπασμα από το "τα Χαϊρια μας" της Αγγέλας Παπάζογλου)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου