Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021

"Από την άκρη των ακριώ": παρουσίαση δίσκου


γράφει ο ακροβάτης

"Από κάπου ξεκινάει κανείς, και εν προκειμένω, μιλώντας για την παραδοσιακή μουσική και ποίηση της Ελλάδας, η αφετηρία θα έπρεπε να είναι στις απαρχές."

Αυτά διαβάζει κανείς όταν κρατήσει στα χέρια του, τη δισκογραφική δουλειά του συνόλου "Μίτος", αποτελούμενου από τη Μαρία Πλουμή, τον Γιάννη Χίνο και τον Αλέξανδρο Ιερωνυμίδη, μια παραγωγή της Vamos Art.

Και αυτή είναι η πραγματικότητα. Είναι ευρεία και αναπτυγμένη η σχέση με αυτό που ονομάζεται  παραδοσιακή μουσική, είναι πολύ γοητευτική η προσέγγιση με μουσικούς διαφόρων ηλικιών και προελεύσεων που ασχολούνται μαζί της ορμώμενοι από τοπικές ή άλλες αφορμές. Είναι επίσης πολύ ενδιαφέρουσα η ανακάλυψη πως η ενασχόληση με την παραδοσιακή μουσική, ειδικά αν κανείς ξεπεράσει τις φολκλόρ ή τις τουριστικές προσεγγίσεις και γενικά μια περιοριστική οπτική,  μπορεί και να συνειδητοποιήσει μια ή μάλλον τρεις μεγάλες αλήθειες:

Η πρώτη είναι πως όντως η μουσική  αυτή συνδέεται μεν με το παρελθόν, αξίζει ωστόσο κανείς να αναζητήσει ή να προσεγγίσει τις απαρχές της, όσο μπορεί, με ένα τρόπο που να μην απομακρύνεται από το βίωμα, το δικό του, αυτών που την παίζουν ή την έπαιξαν, καθώς και αυτών που ακούν τώρα ή στο παρελθόν αυτή τη μουσική. Αν το κάνει αυτό, θα συνειδητοποιήσει, πως η μουσική αυτή δεν αποτελεί είδος μουσειακό ή απαρχαιωμένο, μάλλον κακώς αποτελεί κάτι τέτοιο, και πως πραγματικά αποτελεί μουσική και ποίηση, γεγονός που αποτελεί και τη δεύτερη αλήθεια. Και κάπως έτσι, αν δηλαδή ανακαλύψουμε το βάθος και το ύψος αυτής της μουσικής γεωγραφίας, οδηγούμαστε και στην τρίτη αλήθεια, πως  ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο μπορεί κανείς να διαιρεί ή να ταξινομεί αυτή τη μουσική, με κριτήρια  γεωγραφικά, χρονολογικά, χορευτικά, ιδιοκτησιακά, κοινωνικά, και με όλη τη  θεωρία γύρω από αυτά τα κριτήρια και αυτή τη μουσική, όλα σεβαστά κατά τα άλλα, είναι αυτή της η διάσταση, αυτή του βιώματος και των ανθρώπων, στο παρελθόν αλλά και στο παρόν, αυτή η μουσικοποιητική διάσταση, που ενώνει με έναν τρόπο τα δημιουργήματά της, τα τραγούδια και τους σκοπούς της.

Κάπως έτσι, και μέσα και από αυτές τις αλήθειες, μπορεί κανείς να καταλάβει και να προσεγγίσει το "Από την άκρη των ακριώ", που κατά τα άλλα αποτελεί ένα σύνολο από τραγούδια από διάφορες εποχές, περιοχές, με θέματα διαφορετικά μεταξύ τους.

Ας αφήσουμε όμως τους ίδιους τους μουσικούς να μας εξηγήσουν:

"Δημοτικά τραγούδια, ακριτικά, ερωτικά και παραλογές ξετυλίγουν το Μίτο από χθες στο σήμερα. Ιστορίες για ηρωικά κατορθώματα, έρωτες, μακρινά ταξίδια, μάχες με δράκους και στοιχειά. Ιστορίες σαν παραμύθια που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας. "Τρώτε και πίνετ' άρχοντες κι εγώ θα σας διηγούμαι"..."

Κάπως έτσι,  στο "Από την άκρη των ακριώ" υπάρχει σαφώς ένα πλήθος από ιστορίες και εικόνες:

  "Γεις κηνυγός ανάτειλε" στη  δυτική Κρήτη,  αναζητώντας λύση από τον ταύκο, όπου έπεσε προσπαθώντας να σώσει  τα σκουδιά του, ζητώντας απο κάποιον να σώσει τα σκυλιά και το ντουφέκι του. Έπειτα, "η Ευγενούλα η όμορφη" στη Δράμα, αψηφά το Χάρο, αυτός την τιμωρεί  και κανένας, ούτε οι γιατροί, ούτε η μάνα της, ούτε ο άνδρας της το παλληκάρι, δε μπορούν να τη σώσουν. Αμέσως μετά ο "Κιμισκής", ο Τσιμισκής ο Γιάννης,  στον Πόντο, ακάλεστος σε ένα γάμο, καταφτάνει, παίζει τον ταμπουρά που ο ίδιος έφτιαξε, με φίδια για χορδές και σαύρες για στριφτάλια, και τραγουδάει, μαγεύει τη νύφη αλλά και το γαμπρό που δεν τον κάλεσε και παίρνει τη θέση του.  Ακολουθεί ένας "αναγνωρισμός" στα Ανώγεια, με τον Κωνσταντίνο, να φεύγει στα ξένα και να ορκίζει τη γυναίκα του να μείνει κλεισμένη στο σπίτι για χρόνια τριάντα και όταν αυτή τελικά βγει από το σπίτι της, να τον συναντήσει,  όμορφο καβαλάρη, να ποτίσει τα λαγωνικά και το μαύρο του και τελικά να αναγνωριστούν αγκαλιασμένοι. Μετά, στη Θράκη, Σάββατο βράδυ οι γονείς διώχνουν το παιδί τους, που αναζητώντας προορισμό, "χωριό να πα να μείνει", συζητά με ένα δέντρο, ένα κυπαρίσσι, που φιλόξενα του δίνει  τη ρίζα του, τον ίσκιο του και τόπο να κοιμηθεί. Στη Σκύρο, ακούμε μια ιστορία από το Γαλατά. Η ερωτευμένη κόρη εδώ ζητά από το νιο που "πελεκά με το 'να (χέρι) τη μαρμαροκολώνα" να της δώσει το άλλο. Αυτός εξομολογείται πως φίλησε άπαντρες, παντρεμένες και καλογριές, και του κόψανε το χέρι, ωστόσο της ζητά το φιλί της, ακόμα και αν του κόψουνε και το άλλο. Επιστρέφουμε στη Δυτική Κρήτη. Εδώ ο Μιριολής ζητά από τον "ταβερναρά" να βάλει κρασί σε αυτόν, στα παλληκάρια, ακόμα και στο μαύρο και τα λαγωνικά του, ακόμα και αν χρειαστεί να πληρώσει με αυτά, αν δε φτάνουν "τ'άσπρα του". Μεταβαίνουμε στην Κύπρο. Τέσσερα αδέρφια πάνε στον πόλεμο και διψάσανε. Ψάχνουν μια βρύση στο βουνό, άλλά βρίσκουν τελικά ένα βαθύ πηγάδι. Ο κλήρος πέφτει στον νεότερο για να κατέβει και να φέρει νερό, όμως, όταν το βρίσκει, και όσο τα αδέρφια του τον τραβούν πίσω, τον τρώνε (κυριολεκτικά) τα φίδια και τότε αυτός θυμάται τη μάνα του, που δε θα τον ξαναδεί. Έπειτα και λίγο πριν το τέλος, στη βόρεια Θράκη,  ο "Κωνσταντίνος ο μικρός" που η μάνα του τον είχε παινεμένο και μικροαρραβωνιασμένο, πάει στον πόλεμο. Και ενώ ζητά από τη μάνα του να προσέχει την καλή του, αυτή την κουρεύει και την βάζει να βόσκει τα πρόβατα. Και κάπου εκεί καταλήγουμε με τον ύπνο του άγουρου και της λυγερής από την Κάλυμνο, με το "Μέρα μέρωσε", έναν ίσως από τους πιο γνωστούς σκοπούς  του δίσκου στο ευρύτερο κοινό.

Φυσικά και ταυτόχρονα με τα παραπάνω στο δίσκο συναντά κυρίως κανείς τρεις μουσικούς, που ερμηνευτικά και τεχνικά, όχι μόνο υποστηρίζουν όλες τις παραπάνω ιστορίες, αλλά κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ελκυστικό, ανεξάρτητα όλων των εικόνων και των ιστοριών που προηγήθηκαν, ανεξάρτητα όλης της πληροφορίας που συνοδεύει αυτά τα τραγούδια. Με άλλα λόγια, συναντά  ένα αυτόνομα ελκυστικό και άρτιο μουσικά αποτέλεσμα, γοητευτικό στον ακροατή ανεξαρτήτως καταβολών, γνώσεων και προετοιμασίας, γεγονός που αποτελεί σίγουρα προτέρημα του δίσκου. 

Ολοκληρώνοντας, παραθέτουμε πάλι από τον ίδιο το δίσκο, ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Αλέξη Πολίτη "Το δημοτικό τραγούδι":

"Ας φανταστούμε πρώτα-πρώτα μια κοινωνία όπου τα τραγούδια ήταν διαρκώς και πανταχού παρόντα, ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι τραγουδούσαν συνεχώς: όχι μόνο στις γιορτές και στα πανηγύρια, παρά και κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή, για να σπάσουν κάπως τη μονοτονία και την πίεση της δουλειάς, ή για να παρηγορηθούν στη μοναξιά τους. Ας φανταστούμε επίσης ένα κόσμο- κι αυτό μάλιστα έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία- όπου η καθημερινή, η συνηθισμένη και τρέχουσα μορφή επικοινωνίας χρησιμοποιούσε συνεχώς και άφοβα το μεταφορικό λόγο [...] ένα λόγο δραστικό, συναισθηματικά φορτισμένο, γεμάτον παραστατικές εικόνες.[...] εικόνες και τραγούδια [που] δεν εκφράζουν άμεσα τον αγροτικό κόσμο και τις πραγματικότητές του, παρά έμμεσα, μέσω της μυθολογίας του. [...] Ο μυθολογικός κόσμος του δημοτικού τραγουδιού είναι ρεαλιστικός, είναι ο δικός μας κόσμος, ο ορατός- μόνο που είναι επορότερος, ομορφότερος, κοινωνικά ανώτερος. Η μυθολογία δε συνίσταται σε μια μεταλλαγή, αλλά σε μια απλή μεγέθυνση της πραγματικότητας."

 


 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου