Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Ένα αφιέρωμα στον Éric Alfred Leslie Satie

Γυμνοπαιδία A΄. Σαντορίνη
Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, 1974
Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ' όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ' αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.
Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
         αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.
Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.
Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ' τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

Αισθάνομαι την ανάγκη ενός λιτού αφιερώματος στον Éric Alfred Leslie Satie, κάτι που σαφώς δεν θα το πετύχω, όπως δεν πέτυχε και ο Σεφέρης να αποτυπώσει τις αμφίβολες παύσεις του, αν τυχόν σκόπευε κάτι τέτοιο όταν εμπνεύστηκε τις δικές του ποιητικές Γυμνοπαιδίες από τον συνθέτη. Φυσικά τις παύσεις οφείλει να ερμηνεύσει ο αναγνώστης (ή ο ερμηνευτής, στην περίπτωση του έργου του Satie), όπως ακριβώς το ήθελε και ο μυστηριώδης συνθέτης
Ούτως ή άλλως, καλό είναι να γνωρίσουμε το ιδιότυπο αυτό φαινόμενο και δεν βρήκα καλύτερο τρόπο στη γλώσσα μας από το αφιέρωμα του Γιάννη Πεδιώτη

Santiago Rusiñol, 1890
Ερίκ Σατί, Βίος και Έργο.


Ο Ερίκ Σατί έζησε πενήντα εννέα χρόνια. Το μουσικό του έργο χωρίζεται σε δύο περιόδους. H διάκριση αυτή, όπως θα δούμε, δεν είναι συμβατική και δεν αφορά μια στιλιστική κατηγοριοποίηση. Υπήρξε μια ανάπαυλα και μια περίοδος περισυλλογής και άσκησης. Ήδη προς το τέλος του δέκατου ένατου, ο Σατί είχε συνθέσει κάποια μουσικά έργα που θεωρήθηκαν εκκεντρικά απ' το ευρύ κοινό. Σε αντίθεση με τους καλούς του φίλους Claude Debussy (που εκείνη ακριβώς την εποχή αρχίζει να αναγνωρίζεται και να αποκτά κοινό) και τον Maurice Ravel που συνέχισαν δίχως παρόμοιες διακοπές το έργο τους, ο Σατί περνά στην κατεπείγουσα για αυτόν παύση το έτος 1898. Έπρεπε να περάσουν δώδεκα χρόνια για να επανέλθει.

Santiago Rusiñol, 1890

Ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή όμως. Ο Σατί γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1866 στην παραθαλάσσια Honfler, μια μικρή κοινότητα του νορμανδικού τμήματος των Calvados η οποία έμελλε να παίξει ένα ιδιαίτερο ρόλο για το ιμπρεσιονιστικό κίνημα στην ζωγραφική. Για τα νεανικά του χρόνια ο ίδιος έλεγε πως είχε μια “συνηθισμένη παιδική ηλικία και εφηβεία». Έφτασε να παραλείψει κάθε αναφορά σε ένα εκτεταμένο βιογραφικό σημείωμα που ο ίδιος επιμελήθηκε κάποια στιγμή. Μελέτησε πιάνο με τον οργανίστα της εκκλησίας της Αγίας Κατερίνης, Vinot, από όπου λέγεται ότι του καλλιεργήθηκε η προτίμηση για τους αρχαίους μουσικούς τρόπους. Η μητέρα του, Σκοτσέζα στην καταγωγή, πέθανε το 1870, δύο μόλις χρόνια αφότου μετακόμισαν στο Παρίσι. Για κάποιο καιρό έμεινε με τον παππού και τη γιαγιά του. Όταν, στην ηλικία των δεκαέξι ανακάλυψε τον Bach και τον Chopin κατενθουσιάστηκε. Ήδη απ' την εποχή εκείνη τον είχε βαθιά συνεπάρει το καθολικό πιστεύω στο οποίο τον είχε «μυηθεί» απ' την γιαγιά του. Ο νεαρός Σατί αγαπούσε ιδιαίτερα δύο συγγραφείς, τον Flaubert και τον Hans Andersen. Το 1885 έγραψε δύο σόλο πιάνο κομμάτια τα οποία έμελλε να δημοσιευτούν δύο χρόνια αργότερα. Ένα χρόνο μετά θα παραιτήσει το μουσικό σχολείο και θα αρχίσει να δουλεύει τη μουσική του ανεξάρτητα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής θα επεξεργαστεί τα κομμάτια μουσικής εκείνα, τα οποία θα γίνουν τα πιο γνωστά του έργα: οι τρεις Gymnopédies. Ένα τραγικό οικογενειακό περιστατικό τον αναγκάζει να σκεφτεί σοβαρά την αποχώρηση του από την οικογενειακή εστία. Στα τέλη του 1887 μετακομίζει εν τέλει σ’ ένα διαμέρισμα της οδού Condorcet ένα τετράγωνο πιο κάτω από εκεί που είχε την έδρα του το φημισμένο τσίρκο Medrano το οποίο του τράβηξε αμέσως τη προσοχή. Λίγο καιρό μετά άρχισε να δουλεύει στο τσίρκο.


Το 1887 έκαναν την εμφάνιση τους δύο νέοι μουσικοί που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έμελλε να αφήσουν τα σημάδια τους πάνω στον Σατί. Το Le roi malgre lui του Emmanuel-Alexis Chabrier έκανε επίσημη πρεμιέρα και το Requiem του Gabriel Urbain Fauré δημοσιευόταν για να παιχθεί ένα χρόνο αργότερα. Ο Σατί δε μαθήτευσε στο πλευρό κανενός αλλά είναι εμφανής η επίδραση που δέχτηκε. Μετά το άκουσμα του Le roi malgre lui, ο Σατί έστειλε στο Chabrier μια δική του σύνθεση αλλά ο δεύτερος δεν ανταποκρίθηκε. Οι τρεις Gymnopédies ολοκληρώθηκαν μέσα στον επόμενο χρόνο. Μια άλλη του σύνθεση, με το τίτλο Gnossiennes, σε «ανατολικά» μουσικά μοτίβα έκανε την εμφάνιση της μετά από δυο χρόνια. Στα είκοσι δύο του, ο Σατί είχε βρει ένα προσωπικό μουσικό ύφος.

El Bohemio, Poet of Montmartre, Ramon Casas, 1891
Το παριζιάνικο μποέμικο κλίμα είχε για τα καλά διαπεράσει την προσωπική του αισθητική και κουλτούρα την περίοδο αυτή. Ήταν τότε που ο Σατί συνάντησε το 1891, στο εστιατόριο Auberge du Clou όπου και δούλευε, τον άνθρωπο που θα γινόταν λίγο αργότερα ένας από τους καλύτερους φίλους του, συνάντηση για την οποία θα πει, «Τη στιγμή που τον είδα, ένοιωσα μια έλξη προς αυτόν και ευχήθηκα να μπορέσω να ζήσω για πάντα στο πλευρό του. Και ήμουν αρκετά τυχερός για τριάντα χρόνια, να βλέπω την ευχή μου να πραγματοποιείται.» Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος από τον Claude Debussy. Μεγαλύτερος κατά τέσσερα χρόνια από το Σατί, γνώριζε τα γραπτά των συμβολιστών, ήξερε τι πρέσβευε αισθητικά η “αδελφότητα των Προραφαηλιτών” και συνεργαζόταν ήδη με τους ιμπρεσιονιστές. Γνωστός ανάμεσα σε συγγραφείς και ζωγράφους είχε από την αρχή προσελκύσει ένα κοινό μέσα από τους κύκλους αυτούς. Οι δύο νέοι αντάλλαξαν ιδέες και δούλεψαν μαζί πάνω σε αυτές. Ένα από τα κύρια μελήματα τους ήταν να ελαχιστοποιήσουν τη βαγκνερική επίδραση που ήταν ακόμα τότε δυνατή. Στα κοινά σχέδια των νεαρών μουσικών συμπεριλαμβανόταν να δουλέψουν όπερες ή θεατρικά του Maeterlinck. Ο Debussy συνέχισε σταθερά να ασχολείται με αυτό ενώ ο Σατί τις απέρριπτε σταδιακά και ξανάρχιζε από την αρχή.


Μετά το Auberge du Clou ο Σατί δούλεψε ως πιανίστας στο Café de la nouvelle Athenes όπου οι Degas, Renoirs, Pissaro, Gauguin και άλλοι γυρόφερναν κατά τη δεκαετία του εβδομήντα, του ογδόντα και του ενενήντα. Εκεί γνώρισε τον Ravel ο οποίος σύχναζε στο καφέ με το γιο του. Ο Ravel αναγνώρισε στον πιανίστα της καφετέριας έναν από τους τρεις «δασκάλους» του, μαζί με τους Chabrier και Gounod. «Ένας αδέξιος αλλά ταλαντούχος εξερευνητής» είπε για τον Σατί, επικυρώνοντας έτσι τη σημασία του «νεωτερισμού» στο μουσικό του έργο.

Satie, Alaxej Daniel, 2000s

Ο Σατί είχε, λίγα χρόνια πριν, γίνει δεκτός στους κύκλους των Ροδόσταυρων, μια κλειστή κοινότητα μασονικού και αποκρυφιστικού τύπου που υποτίθεται ότι έλκει την καταγωγή της από μια ομώνυμη κοινότητα μυστικών, φιλοσόφων και γιατρών που ιδρύθηκε τον όψιμο γερμανικό μεσαίωνα και έπαιξε ένα προοδευτικό για την εποχή ρόλο στην προσπάθεια της να “αναμορφώσει το ανθρώπινο είδος” βασιζόμενη στις “εσωτερικές αλήθειες του αρχαίου παρελθόντος”. Όταν ανάμεσα στον Σατί και τους Ροδόσταυρους επήλθε ρήξη, ο μουσικός με αρκετό χιούμορ, ομόλογο με αυτόν που ο «παράφρονας» Alfred Jarry επέδειξε τις προηγούμενες δεκαετίες, ονόμασε τη γκαρσονιέρα του «Η Ηγουμένη μας» και ίδρυσε την «Μητροπολιτική Εκκλησία της Τέχνης του Μαέστρου Ιησού». Εκείνη την εποχή έγραφε και δημοσίευε το Le Cartulaire. Τα δύο τεύχη που κατάφεραν να κυκλοφορήσουν λέγεται ότι αποτελούν τα πιο ιδιόρρυθμα και αλλόκοτα ντοκουμέντα αυτής της περιόδου.


Το 1892 ο Σατί επιχείρησε την πιο εμπνευσμένη του τρέλα. Με αδιαπέραστη σοβαρότητα έθεσε υποψηφιότητα για την εκλογή διδασκάλου στο Institute de France και στην Ακαδημία. Άδραξε την ευκαιρία της κενής θέσης που άφησε πίσω του ο Ernest Giraud, δάσκαλος του Debussy. Αν και δεν κατάφερε να πάρει τη θέση, δεν πτοήθηκε και το επανέλαβε τα επόμενα χρόνια όποτε του δόθηκε η ευκαιρία, το 1894 για να αντικαταστήσει τον Gounod και τελικά το 1896 για να αναπληρώσει τη θέση του Ambroise Thomas. Απέτυχε και τις τρεις φορές. Την πρώτη φορά μονάχα ο ζωγράφος Moreau τον πρόσεξε, τη δεύτερη ένα γράμμα που εστάλη στον υπεύθυνο της Ακαδημίας Camille Saint-Saens, από την «κεντρική διοίκηση της Μητροπολιτικής Εκκλησίας του Μαέστρου Ιησού» δημιούργησε κακές εντυπώσεις. Μέσα σ’ άλλα διαβάζει κανείς: «…ενέργησα όχι από ανόητο θράσος αλλά σε συνάρτηση με μια ενσυνείδητη αίσθηση καθήκοντος…Ο παραλογισμός σας απορρέει από τις νωθρές ιδέες που έχετε περί του αιώνος τούτου και από άγνοια του Θεού, πράγμα που αποτελεί άμεση αιτία του αισθητικού εκφυλισμού σας. Σας συγχωρώ εις το όνομα του Ιησού Χριστού και σας δέχομαι στην ευλογία του Θεού». Όταν ο Σατί έγραψε προς το τέλος της ζωής του ένα άρθρο με τίτλο «Οι τρεις υποψηφιότητες μου» απλά συνέχιζε το ίδιο παιχνίδι, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι αποτυχίες ήταν πολύ βαριές και είχαν σαν αποτέλεσμα μια κατάφωρη θλίψη και δυστυχία.

Suzanne Valadon, 1893

Όμως οι ακαδημαϊκές φιλοδοξίες, οι στροφές «εις εαυτόν» και η μουσική δεν ήταν τα μόνα που τον απασχολούσαν. Τον Σατί περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, εκείνη την εποχή. Μετακομίζει ακριβώς δίπλα του η Suzanne Valadon. Η κοπέλα αυτή είχε, στα εικοσιοκτώ της χρόνια, ήδη περάσει από πολλές θύελλες και περιπέτειες. Ασχολιόταν με τη ζωγραφική από τα εννιά της, ήταν φίλη με τους καλύτερους ζωγράφους της Γαλλίας, τον Lautrec, τον Renoir, τον Chevannes, για τους οποίους είχε ποζάρει κιόλας. Ο Degas ο οποίος υπήρξε υποστηριχτής και εμψυχωτής της, ήταν και ο πρώτος που αγόρασε δουλειά της. Στα δεκαεφτά έκανε ένα γιο ο οποίος από την εφηβεία του κιόλας είχε εθιστεί στο αλκοόλ, πήρε το όνομα Maurice Utrillo και έγινε και αυτός ζωγράφος. Ανάμεσα στον Σατί και αυτήν αναπτύχθηκε μια παθιασμένη σχέση που κατέληξε άσχημα εξαιτίας του σταδιακού εθισμού του Σατί στο αλκοόλ και του αμφίδρομου παραλογισμού που κυρίευε τις συμπεριφορές τους. Ο μουσικός άρχισε να βλέπει παντού κακόβουλους και εχθρούς, αρνούμενος συστηματικά να ακούσει τον οποιονδήποτε. Μετά απ' αυτό διατήρησε επίμονα μια απρόσβλητη σιωπή γύρω από τις «προσωπικές του υποθέσεις», δεν άνοιγε το στόμα του ούτε σε καλούς του φίλους και όσον αφορά τις γυναίκες, η στάση του ήταν αδιάλλακτη, είπε σχετικά στην κουνιάδα του: «Θες να μάθεις γιατί δεν είμαι παντρεμένος; Φοβάμαι μη με κερατώσουν. Και το αξίζω. Είμαι ένας άντρας που οι γυναίκες δεν μπορούν να καταλάβουν». Πριν από μερικά χρόνια στα τραγούδια του μεταχειριζόταν τη θηλυκότητα, τα θέματα αγάπης και έρωτος με αρκετό συναισθηματισμό.


Όλα τούτα τον είχαν μάλλον κουράσει αρκετά όταν αποφασίζει να μετακομίσει στο Arcueil, έξι μίλια μακριά από την πρωτύτερη του κατοικία. Γύρευε μια φυγή, για να μπορέσει να επανέλθει ακμαίος μετέπειτα. Σε σχέση με τα ταραχώδη προηγούμενα χρόνια που είχε στο ενεργητικό του ο μουσικός τα επόμενα δώδεκα έτη, από το 1898 και μετά ήταν σχετικά ήρεμα. Υπήρχαν πολλές φορές δυσκολίες οικονομικού τύπου που μείωναν στον μουσικό την ελευθερία της δράσης. Όλη την περίοδο αυτή ο Debussy τον δεχόταν με καλή καρδιά.


Το 1899 συνέθεσε μια παντομίμα, το Jack-in-the-box και μια οπερέτα για μαριονέτες, συνθέσεις οι οποίες «χάθηκαν» -ήταν κάπου ξεχασμένες στο δωμάτιο του όπως αποδείχθηκε αργότερα. Το 1905 άρχισε να εργάζεται με το Maurice de Faraudy πάνω σε μια οπερέτα αλλά σύντομα η συνεργασία τους καταλήγει σε καβγά. Τον ίδιο χρόνο, στα σαράντα του, ο Σατί επιστρέφει στα θρανία. Στο γράμμα που έστειλε στο διευθυντή του Schola Cantorum ζητώντας του υποτροφία έγραφε: «Είμαι ένας πτωχός καλλιτέχνης ενάντια στις δυσκολίες της ζωής` για τούτο μου είναι φοβερά δύσκολο να πληρώσω την τιμή των διδάκτρων που απαιτούνται από τους μαθητές για να λάβουν αυτή τη σειρά μαθημάτων». Ο Σατί γίνεται δεκτός, μαθητεύει στο πλευρό ενός πρώην ναυτικού βαθμοφόρου που παραίτησε την καριέρα του χάριν της μουσικής, του Albert Roussel και του Vincent d’Indy που ήταν υπεύθυνος για το μάθημα της ανάλυσης και της ενορχήστρωσης. Για τον Σατί η απόφαση αυτή απαιτούσε και αποτελούσε ρίσκο μεγάλο από το οποίο δε βγήκε χαμένος. Το 1908 άρχισε ξανά να ασχολείται με τη σύνθεση πιο σοβαρά. Ονόμασε τις δύο εργασίες του, «Ενοχλητικό παράδειγμα» και «Ευχάριστη απελπισία». Του ανετέθη να κάνει ανάλυση ενός μουσικού κομματιού του Ravel και ενός πολυφωνικού θρησκευτικού άσματος του Palestrina. Έγραψε για το δεύτερο, «η θρησκευτικότητα του κομματιού αυτού είναι φοβερή. Ωστόσο κάθε μέρος είναι δημιούργημα μιας αρκετά απλοϊκής μουσικής έμπνευσης. Πιστεύω ότι η εκστατική γοητεία εδώ είναι συνέπεια της διασταύρωσης των φωνητικών γραμμών…». Πρέπει να είναι, λέει για τον Palestrina, ένας «απ' τους μεγαλύτερους πιστούς που έζησε ποτέ». Το 1908 ο Σατί παίρνει το δίπλωμα. Προφανώς αισθάνθηκε δικαιωμένος.

Το χειμώνα του 1908-1909 αποφάσισε να ανακτήσει μια πιο ευρεία επαφή με τα πρόσωπα και τα πράγματα. Γίνεται μέλος του Ριζοσπαστικού-Σοσιαλιστικού κόμματος και της τοπικής λαϊκής συνέλευσης η οποία πρόσφερε αρκετές κοινωνικές υπηρεσίες, ανάμεσα τους και οι ευρέως γνωστές στην Ευρώπη τότε οικογενειακές «σοσιαλιστικές» εκδρομές. Οι δραστηριότητες του ήταν τέτοιες που προκάλεσαν την προσοχή των αστυνομικών αρχών. Στις εν λόγω συγκαταλέγονται και η συνεισφορά του σε μια τοπική εφημερίδα μέσω της στήλης που έφερε τον τίτλο A Forthnight in Society. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των δώδεκα χρόνων δεν έχει συνθέσει κανένα κομμάτι επίσημα. Μόνο ύστερα από ένα σχετικό με το μουσικό του ύφος σχόλιο του Debussy παρακινείται να γράψει μουσική. Μετά από μερικές βδομάδες γράφει το 3 Morceaux en forme de poire στο οποίο αξιοποιεί όλες τις γνώσεις που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια.


Απ' το 1910 και έπειτα ο Σατί αρχίζει να γράφει περισσότερο και συχνότερα. Η αναγνώριση στους μουσικούς κύκλους δεν άργησε να έρθει, μια αναγνώριση που του άνοιξε το δρόμο για πολλά σαλόνια κάτι που τον ανέβασε κάπως οικονομικά. Το 1916 ένα από τα γεγονότα της χρονιάς ήταν η συναυλία του Ισπανού πιανίστα Γκρανάδος μαζί με τον Σατί που είχαν από κοινού προωθήσει οι Πικάσο και Ματίς. Ο Σατί όπως συνήθιζε, έλαβε μέρος σε μια σειρά από “σκάνδαλα” τότε, με πρώτο και πιο γνωστό την ιστορική παράσταση της Parade με τα μπαλέτα του Diaghilev, το 1917. Το 1915 ο Σατί, στα σαράντα οκτώ του, γνωρίζει το Jean Cocteau, νεαρό εμπνευσμένο ποιητή τότε, ετών είκοσι έξι. Ακολουθεί πιο στενό δέσιμο στα επόμενα χρόνια. Με το που ακούει το 3 Mοrceaux, ο Cocteau προτείνει αμέσως στον Diaghilev να συνεργαστεί με το μουσικό πάνω σε ένα μπαλέτο. Ακολούθησε η συνεργασία του Πικάσο για τα σκηνικά- η πρώτη φορά που εργαζόταν ο γνωστός ζωγράφος στο θέατρο. Η παράσταση αυτή ήταν από πολλές πλευρές σημαντική. Η πρεμιέρα της διεξήχθη υπό συνεχείς αναταραχές. Ο τύπος την επομένη οργίασε. Όλοι οι παρεμφερείς καλλιτέχνες στάθηκαν αλληλέγγυοι και επαίνεσαν την παράσταση. Οι σχέσεις του Σατί με τα σύγχρονα «καλλιτεχνικά κινήματα» ήταν θερμές, συνεργάστηκε με τον Francis Picabia σε μπαλέτα και έγραψε μουσικές ταινιών «Νταντά». Μία από τις σπουδαιότερες συνεργασίες με τον φημισμένο ντανταϊστή ζωγράφο και ποιητή ήταν το μπαλέτο Relanche. Με αυτά και μ’ αυτά η παραγωγή του μεγάλωνε ταυτόχρονα. Επιπλέον την περίοδο αυτή ο Σατί προσέλκυσε ένα νέο κύκλο μουσικών, τον Henri Cliquet-Pleyel, το Rogeνr Desormiere, τον Maxime-Jakob και τον Henri Sauguet που ονομάσθηκαν σύμφωνα με τον Σατί, «σχολή του Arcueil». Ο Σατί θαύμαζε τη μουσική και το νεανικό ενθουσιασμό τους και κατάφερε να τους παρουσιάσει το 1923 στο κολέγιο της Γαλλίας και μετέπειτα στο κοινό, στο Theatre de l’ Atelier. Υπήρξαν παράλληλα και άλλες συνεργασίες με μπαλέτα και παραστάσεις.

Marcellin Desboutin, 1900

Πολλές από τις εργασίες του απέδωσαν, πράγμα που του χάρισε μια αίσθηση πληρότητας, στιγμιαίας μπροστά στο άγχος της αιωνιότητας μεν, γλυκιάς δε. Είχε χτίσει μέχρι τότε ένα μύθο γύρω από το όνομα του, του το αναγνώριζαν όλοι, από το σχολαστικό τύπο έως τις «πρωτοπορίες» της εποχής. Άρχισε να νοιώθει το βάρος της ευθύνης των πολιτικών του επιλογών και η πολιτική του δραστηριότητα συστηματοποιήθηκε έκτοτε. Άρχισε να γράφει στην Humanite. Παρόλα αυτά ήταν άλλη μια περίπτωση στο μακρύ κατάλογο των δυσαρεστημένων για τη στάση των κομμουνιστών συντρόφων του αναφορικά με τα ζωτικά ζητήματα της τέχνης. Έγραφε χαρακτηριστικά για αυτή την περίπτωση ότι σε σχέση με την τέχνη, οι σύντροφοι του είναι «συγχυσμένοι αστοί». Ποτέ όμως δεν απέκλινε από τους χιουμοριστικούς του τρόπους. Οι πολιτικές του τοποθετήσεις και η γενικότερη στάση του είχε πάντα κάτι το σαρκαστικό. Σε μια περιοδεία συναυλιών και διαλέξεων στο Βέλγιο φέρ’ ειπείν, ο Σατί είπε στον φίλο του Milhaud να τον συστηθεί στη γυναίκα ενός υπουργού ως εξής: «ο Ερίκ Σατί από το λαϊκό συμβούλιο του Arcueil σας χαιρετά, η κοιλιά του στο έδαφος.»


Λίγα χρόνια αργότερα, ο Σατί προσβλήθηκε από κύρωση του ήπατος και σύντομα η πλευρίτιδα του προκαλούσε συνεχώς πόνο. Κατέληξε ύστερα από πολλές περιπλανήσεις και υποφέροντας συνεχώς σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου προκειμένου να αναρρώσει. Η κατάσταση του όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Άγιου Ιωσήφ. Κατά τη μεταφορά τον συντρόφευαν οι Braque και Milhaud, ενώ άλλοι φίλοι είχαν φροντίσει για την κράτηση. Ο Jacques Maritain, φίλος του Jean Cocteau που πρόσφατα είχε γνωρίσει τον Σατί, έφερε έναν ιερέα, γνωρίζοντας ότι ζυγώνει η τελευταία πνοή του μουσικού. Την άλλη μέρα ο Σατί περιέγραψε τον παπά, λέγοντας «έμοιαζε με τον Modigliani, μαύρος σε μπλε φόντο». Από την άλλη ο Maritain μιλούσε στον ετοιμοθάνατο μουσικό «σαν εκπληκτικός θεολόγος», ενώ ο ίδιος συνεπαρμένος από τους «θεολογικούς» λόγους μουρμούριζε με το γνώριμο σαρκασμό του για τις κομουνιστικές του διασυνδέσεις, αναρωτιόταν όλος ευθυμία για το τι θα πουν οι «κόκκινοι» φίλοι του. Για την ακρίβεια ο Maritain υπήρξε θεμελιωτής του νεοθωμισμού. Ο σαρκασμός και το αμείωτο χιούμορ του Σατί κράτησε τους φίλους συνεχώς στο πλάι του παρά όλη τη βαθιά θλίψη τους. Ο Brancusi, o Y. Dautun, o Desormiere, o R. Caby, o Wiener και πάμπολλοι άλλοι τον ακολούθησαν μέχρι το τέλος. Μετά το θάνατο του οι πάντες τον τίμησαν, οι καλλιτέχνες φίλοι του και οι κομμουνιστές σύντροφοι του, μικρά μνημεία, διακρίσεις και χαιρετισμοί ακολουθούσαν κάθε μέρος που πέρασε.
Αυτοπορτραίτο για μπούστο, 1913
Δεν γνωρίζω αν ο κος Σατί ήθελε να τον αναγνωρίζουν και να μιλούν γι αυτόν. Η δημόσια ζωή του λέει ναι, η ιδιωτική όχι. Το βέβαιο είναι πως την μουσική του την προσεγγίζει μόνο με το συναίσθημα και μέσω αυτής δεν αναγνωρίζει κανείς τον μυστηριώδη Monsieur Satie, αλλά, δυσδιάκριτα ίσως, τον εαυτό του.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου